[ ] Messenia — Messene — after 81 BC
1         [ἁ π]όλις
Λεύκ̣[ιο]ν Λικίνιον [Λ]ευκίου.
[υ]ἱ[ὸ]ν̣ Μουρῆναν ἰμπεράτορα,
τὸν αὑτᾶς εὐεργέταν.
5          vacat
About
Search Help