[ ] Cil. — Korykos (Kızkalesi) — Christian
face A.1 ☩ θήκη Χαριτ(ίνης) δι(ακόνου) {²⁷δι(ακόνισσας)?}²⁷
Σα<μ>άρισσας
θυγατ(ρὸς) Ἐπιφα-
νίου.
face B.1 titulus plane detritus
Search Help
Contact Us