[ ] Cil. — Korykos (Kızkalesi) — Christian
a.1 σωματωθήκ(η)
διαφέρουσα
Ῥ(ού)φου πάνδοκ-
 ος. ☩
5 a dextra: ara
b.1 ἔχη τὸν
κακὼν λόγ-
ων ὁνύγ-
ων {²⁶ὁ ἀνύγων}²⁶ δίχ-
5 α ἐμοῦ.
Search Help