[ ] Cil. — Korykos (Kızkalesi) — Christian
1 ☩ σωμ(ατοθήκη) Ἰου-
λιανοῦ Κυ-
ρ(ιακοῦ) κ(αὶ) Ἰακ(βου) κ(αὶ) Ἰ-
ωάνου.
Search Help
Contact Us