[ ] Lyd. — Uşak Mus., fr. Lydia / Phrygia — 130/131 AD — EA 15 (1990) 99, 50
1 [ἔ]τους σιεʹ, μη(νὸς) Πανήμου
[․ʹ]· Λουκιὰς μετὰ τῶν
[τ]έκνων ἐτείμησεν
Φιλόξενον τὸν ἑαυτῆ-
5 ς ἄνδρα· ❦ εἰ δέ τις προσ-
αμάρτῃ τῷ μνημείῳ, τ-
ῶν ἐν Ταμάσει θεῶν κ̣[ε]-
χολωμένων τύχοιτο.
Search Help