[ ] Lyd. — Uşak Mus., fr. Lydia / Phrygia — 175/176 AD — EA 15 (1990) 88, 39
1 ἔτους σξʹ, μη(νὸς) Ὑπερβερεταίου
ηιʹ· Τατιὰς Ἀσκληπίδην τὸν ἑαυ-
[τ]ῆς ἄνδρα, Βάσσα, Ἀσκληπίδης,
[Τ]ατιανὸς τὸν πατέρα, Ἀσκλη-
5 πιάδης τὸν πενθερόν, Βάσσος,
Σωτηρία τὸν γαμβρόν, Ἐλπιδη-
φόρος, Εὐπορία, Εὐπόριστος,
Εὐφημία, Τρόφιμος,
Ἐπίκτησις, Ἀλεξάνδρα, Νείκη,
10 τὸν θρέψαντα ἐτείμησαν.
Search Help