[ ] Lykao. — Laodicea Comb. (Lādik) — Altınekin-Zıvarık — 3rd-4th c. AD — CR 27.1913.12 cf.
1 Αὐ. Λου-
πικῆνος {²⁶Λουπικῖνος}²⁶
νεοφώτισ-
τος Φιλα-
5 γρίου μη(τρὶ)
Καλλήστῃ.
Search Help
Contact Us