[ ] Lykao. — Laodicea Comb. (Lādik)
1 Θείῳ [καὶ]
[Δικαίῳ]
[θε]
Ἐπάγαθος
5 καὶ Μεῖρος
κατὰ ὀνείρου κέλευσιν.
Search Help
Contact Us