[ ]
Car. — Aphrodisias — 1st c. AD
| —] | |
| 1 | [στεφαν]ηφορήσαντα δίς stop καὶ ἀγ[ωνο]θ̣ε̣τ̣ή̣[σαντα ? e.g. δὶς τοὺς] |
| [τῶν Σε]βαστῶν ἀγῶνας stop καὶ ἑστιάσαντα τ̣[ὴν βουλὴν καὶ] | |
| [τὸν δῆ]μον καὶ τὴν γερουσίαν ἐγδεύτε[ρον stop καὶ ? ἀγορα]- | |
| [νομήσ]αντα πολυδαπάν[ω]ς stop τὴν δὲ ἀνάστα[σιν ?τῆς τείμης ἐ]- | |
| 5 | [ποιήσα]το stop Ἱέραξ κατὰ τὴν Παπύλου [δια]θή[κην ?vac.] |