[ ] Lyd., N.E. — Ioulia Gordos (Gördes) — Olduk — 150/1 AD
1 ἔτους σλεʹ, μη(νὸς) Δίου ζʹ.
1a {²speculum}² {²corona}² {²calathus}² {²pecten}²
2 ἐτίμησεν Εὔμαχος
κὲ Ἄμμιον Ἀμαχιανὴν
τὴν ἑαυτῶν θυγατέρα,
5 Γάϊος τὴν γυνε͂κα κὲ Ἀφι-
άδες ἑ μάμμε, Νουμή-
νιος ὁ μήτρων, {²vac.}²
Φάνφιλα ἡ ἀδελφή,
οἱ πάτρως Νικόμαχος,
10 Τρύφων, Γάϊος κὲ ἡ πάτρα
Ἰουλία Ἀμαχιανὴ ἡ τήθη,
Ἄλυπος ὁ μήτρων ❦
κὲ οἱ συνγενῆς πάντες.
      χαῖρε.
Search Help
Contact Us