[ ] Syr., Emesene — Emesa (Ḥomṣ)
A.1 μεγάλη
Τύχη Ῥώμη[ς]
καὶ Ἐφέσ-
ου.
B.1 μεγάλαι χάριτες τοῦ θεοῦ.
Search Help
Contact Us