[ ] Syr., Emesene — Emesa (Ḥomṣ) — 175 AD
1 [ἔτους]
ϛπυʹ,
μη(νὸς) Δύσ-
τρου ιηʹ.
5 Ὀκταο-
ύις ἄλ-
[υπε χαῖρε].
Search Help
Contact Us