[ ] Rhodos Isl. — Rhodos — undated
1 Εὐπλοίας τῆς
κατακειμένης ὧ-
δε ὃς ἀνασπαράξῃ̣ [ἢ]
μεταβάλῃ τὸν τ̣[άφον],
5 ἐξώλης καὶ παν[ώλης]
   ἀπόλοιτο.
❦  κατάκειμαι εὐ-
  ❦σεβής. ❦
Search Help
Contact Us